*ΑΙ generated photo
Ένα περιστατικό, αλλεπάλληλα βίντεο και αναρτήσεις, δεκάδες δημοσιεύματα, εκατοντάδες σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα και ξαφνικά… όλοι γνωρίζουν τα πάντα. Ποιος φταίει. Ποιος είναι το θύμα. Ποιος είναι ο θύτης. Ποιος πρέπει να «καταδικαστεί» και ποιος να «δικαιωθεί». Μόνο που το σχολείο δεν είναι tiktok και facebook. Πολλώ δε μάλλον, δεν μπορεί να γίνεται το «εργαλείο» μιας κοινωνίας αποχαυνωμένης, που παρακολουθεί μέσα από την οθόνη ενός κινητού τον ευτελισμό της!
Είναι πολύ εύκολο να δημιουργήσουμε μπάχαλο σε μια ολόκληρη κοινωνία, να ξεσηκώσουμε “τοπικό εμφύλιο”, να “καταδικάζουμε” ή να “αθωώνουμε ” στα κοινωνικά δίκτυα οποιαδήποτε συμπεριφορά, ακόμα και να βάλουμε κάτω από το χαλί καταστάσεις, οι οποίες, σε σχολεία όπου φοιτούν μαθητές ρομά αποτελούν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, που απλά δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Δεν είναι αυτός ο σκοπός μας, αφού η υπόθεση των Άνω Λιοσίων δεν χρειάζεται άλλο ένα διαδικτυακό δικαστήριο. Θα πρέπει όμως κάποια στιγμή να ειπωθούν τα πράγματα χωρίς περιστροφές, καταθέτοντας και τη βιωμένη εμπειρία όσων ζουν καθημερινά αυτή την πραγματικότητα.
Από τη μία πλευρά της ιστορίας, λοιπόν, έχουμε δασκάλους εγκαταλειμμένους στις ορέξεις μιας κοινωνικής ομάδας, ένα σημαντικό μέρος της οποίας δεν έχει λάβει καν τη στοιχειώδη κοινωνική παιδεία που απαιτείται, ώστε να συμμερίζεται το έργο και να κατανοεί τον ρόλο ενός εκπαιδευτικού στην ανατροφή και τη μόρφωση των παιδιών.
Από την άλλη πλευρά, έχουμε γονείς, ένα σημαντικό ποσοστό των οποίων (έστω κι αν) κάποια στιγμή στη ζωή τους βρέθηκαν σε σχολικό περιβάλλον το έκαναν για το ανταποδοτικό κίνητρο ενός επιδόματος και όχι γιατί γαλουχήθηκαν με τρόπο που να αναγνωρίζουν την αξία της μόρφωσης. Ούτε και μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου… εξ απαλών ονύχων έμαθαν να σέβονται τους συνανθρώπους τους και να τηρούν κανόνες.
Και κάπου στη μέση αυτής της ιστορίας, υπάρχει μια κατηγορία που επισκιάζεται από τα γεγονότα. Αυτά τα παιδιά, που, όπως όλα τα παιδιά, πρέπει να προστατεύονται από κάθε μορφή κακομεταχείρισης, που δεν πρέπει να μάθουν ότι όταν υπάρχει πρόβλημα κερδίζει όποιος φωνάζει περισσότερο, δεν πρέπει να μάθουν ότι ο εκπαιδευτικός έχει δικαίωμα να τα προσβάλλει επειδή είναι εκπαιδευτικός, δεν πρέπει όμως να μάθουν ούτε ότι ο γονιός μπορεί να λύσει μια διαφωνία με… “χαστουκιές”!
Ας δεχτούμε λοιπόν, ως απαράβατη αρχή, ότι κανένα σχολείο δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργεί χωρίς ΚΑΝΟΝΕΣ. Κανόνες που να ισχύουν ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, φυσικά, ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ! Γιατί στα σχολεία υπάρχουν όρια, διαδικασίες και συνέπειες, όπως και στην κοινωνία μας. Έτσι και το σχολείο δεν μπορεί να είναι “άβατο”, αλλά ούτε και πεδίο μάχης.
Πάνω απ’ όλα, όμως, η σχολική φοίτηση δεν πρέπει να “εξαγοράζεται” με επιδόματα!! Το να πηγαίνει ένα παιδί στο σχολείο δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα οικονομικού κινήτρου. Είναι δικαίωμα του παιδιού, ευθύνη της οικογένειας και υποχρέωση της Πολιτείας!
Όπως σε άπειρες περιπτώσεις συμβαίνει, όμως, συνηθίζουμε να εξετάζουμε τα προβλήματα επιδερμικά κι εφήμερα. Αναζητούμε τις ευθύνες στους πρωταγωνιστές μιας σοβαρής υπόθεσης, που κάθε φορά θα είναι ένας “κακός γιατρός”, ένας “κακός δικηγόρος”, ένας “κακός γονιός” ή μία “κακή εκπαιδευτικός”, λες και αποσυνδέονται από ένα ολόκληρο σύστημα που συντηρεί εδώ και χρόνια το “κακό”, με την έλλειψη, με την υποβάθμιση, με την αδιαφορία και με μια απάθεια απέναντι στην ουσία…
Οπωσδήποτε δεν θα υποβαθμίσουμε το συγκεκριμένο περιστατικό, γιατί, αν ένας εκπαιδευτικός φτάνει να απευθύνεται σε μικρά παιδιά με τρόπο που εγείρει αντιδράσεις, επειδή προκάλεσαν ζημιές στο σχολείο, θα πρέπει να αναζητηθεί εξήγηση στο “πού ήταν η επίβλεψη και η έγκαιρη παρέμβαση ώστε να μην γίνουν οι ζημιές;“.
Αν πάλι οι γονείς αισθάνονται ότι μπορούν να εισέρχονται σε ένα σχολείο και να “λύνουν” τη διαφωνία τους ασκώντας σωματική βία, γεννάται ένα δεύτερο ερώτημα, που έγκειται στο “ποιοι μηχανισμοί προστασίας της σχολικής κοινότητας λειτουργούν στην πράξη;“.
Όταν, όμως, εκπαιδευτικοί σε σχολικές μονάδες με υψηλή συγκέντρωση μαθητών Ρομά, αισθάνονται ότι αντιμετωπίζουν επαναλαμβανόμενες εντάσεις, απειλές, φθορές ή παρεμβάσεις γονέων, χωρίς επαρκή θεσμική υποστήριξη, τότε θα πρέπει να δοθεί μια απάντηση και σ’ αυτό:
Για πόσα χρόνια ακόμα η Πολιτεία θα αφήνει τον εκπαιδευτικό ΜΟΝΟ ΤΟΥ στην πρώτη γραμμή;
Ακούγεται όμορφο να λέμε ότι «όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή». Αν, όμως, η Πολιτεία θέλει πραγματικά να κλείσει τις φυλακές με σχολεία, οφείλει πρώτα να αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη που της αναλογεί και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε τα σχολεία να μη μετατρέπονται σε ιδρύματα κοινωνικής ένταξης και οι εκπαιδευτικοί να μη νιώθουν ότι, πέρα από παιδαγωγοί, καλούνται να λειτουργήσουν και ως σωφρονιστικοί υπάλληλοι….